Στο ξένο σπίτι _ Παύλος Νιρβάνας

” Τα δωμάτια ήταν άδεια τώρα και έρημα. Έκαμα ένα γύρο μέσα στην ερημιά τους και τα βήματά μου αντηχούσαν μέσα στο άδειο διάστημα μ’έναν ήχο ενοχλητικό που με πείραζε. Μου ήρθε να σφυρίξω κι εγώ δεν ξέρω γιατί. Σφύριξα έναν παλιό σκοπό. “

Ο επικήδειος _ Ιωάννης Κονδυλάκης

“ Στο δρόμο δεν ξέρω σε ποιόν ήλθεν η ιδέα ότι ήτο απαραίτητον να βγάλομε λόγο του μακαρίτη του φίλου μας. Και όλοι εσυμφώνησαν ότι ο καταλληλότερος δια ν’ αυτοσχεδιάσω και εκφωνήσω τον επικήδειον ήμουν εγώ. ”

Ο ταξιδιώτης _ Δημοσθένης Βουτυράς

“ – Τα ‘θελες, τα ‘παθες!.. είπε πάλι στον εαυτό του και αισθάνθηκε θυμό, θυμό εναντίον του, που όλο ζητούσε να ξενιτευτεί, ενώ δεν είχε το θάρρος και κινούσε και τους άλλους να πάνε. Και φεύγανε οι άλλοι, ενώ αυτός έμενε… ”

Το γιούσουρι _ Ανδρέας Καρκαβίτσας

” Όταν τὸ πρωτάκουσα ἤμουν παιδὶ στὰ σπάργανα. Καὶ σὰν ἔφτασα εἰκοσάχρονο παλληκάρι, ἔλεγαν ἀκόμη γιὰ κεῖνο, μὲ τὸν ἴδιο θαμασμὸ καὶ περισσότερη φρίκη. Τὸ γιούσουρι, τὸ ἀντρειωμένο γιούσουρι, ποῦ βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου! “

Το μοιρολόγι της φώκιας _ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

” Μία φώκη, βόσκουσα ἐκεῖ πλησίον, εἰς τὰ βαθιὰ νερά, ἤκουσεν ἴσως τὸ σιγανὸν μυρολόγι τῆς γραίας, κ᾿ ἐθέλχθη ἀπὸ τὸν θορυβώδη αὐλὸν τοῦ μικροῦ βοσκοῦ, καὶ ἦλθε παραέξω, εἰς τὰ ρηχά, κ᾿ ἐτέρπετο εἰς τὸν ἦχον, κ᾿ ἐλικνίζετο εἰς τά κύματα. “

Χαίρε Μαρία κεχαριτωμένη _ Ναπολέων Λαπαθιώτης

“ Έξω φύσαγε κρυερός άνεμος κι η νύχτα ήτανε κατάμαυρη. Το μοιρολόι της θάλασσας ακουγότανε βαρύ κι ατέλειωτο και γιόμιζε με βουή τον αγέρα. Η Ρηνούλα έσκυψε απ΄το παραθύρι και μουρμούρισε: -Εσύ ΄σαι Βάγγο μου; Τώρα,…

Ο Καπετάν Γιώργης _ Αργύρης Εφταλιώτης

“ Πολλὰ χωριά, βουνά, δάση, ρημοκκλήσια καὶ πύργοι ἔχουν τὰ στοιχειά τους, κι ἄν καλοξετάσουμε τὸ πρᾶμα ἔχει καὶ κάθε σπίτι ἀπὸ ἕνα στοιχειό! […] Στὸ νησιώτικο χωριὸ ποῦ θὰ σᾶς πάρω, τὸ στοιχειὸ τοῦ τόπου εἴτανε γιὰ πολλὰ χρόνια ὁ Καπετὰν Γιώργης. ”

Ο θείος από την επαρχία _ Κώστας Καρυωτάκης

“ Η Φιφή επήδηξε από το κρεβάτι και, χωρίς να κάνει τον κόπο να φορέσει τη ρόμπα της, με κίνδυνο να δείξει στους διαβάτες όλη την αφθονία του στήθους της, άνοιξε τα παραθυρόφυλλα. Ένα κύμα από ανοιξιάτικον ήλιο εσκορπίστηκε μέσα στο δωμάτιο. “

Συγγνώμη _ Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου

” Του έγραψε δυο λόγια, πως η Αγλαΐα είναι πολύ άρρωστη και τώρα τον περιμένει. Δώδεκα χρόνια ζουν χωρισμένοι. Δώδεκα χρόνια κλείσθηκε σ’ αυτό το σπίτι μέσα. Δώδεκα χρόνια δεν τον είδε. “

Ο έρωτας στα χιόνια _ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

” − Νὰ εἶχεν ὁ ἔρωτας σαΐτες!… νὰ εἶχε βρόχια… νὰ εἶχε φωτιές… Νὰ τρυποῦσε μὲ τὶς σαΐτες του τὰ παραθύρια… νὰ ζέσταινε τὶς καρδιές… νὰ ἔστηνε τὰ βρόχια του ἀπάνω στὰ χιόνια… “