Η δόλια η μάνα _ Χρήστος Χρηστοβασίλης

“ Xαροπάλευε η δόλια η μάνα, η πρωτονοικοκυρά του σπιτιού. Ήταν τρία νυχτόημερα του θανατά. Τρεις νυφάδες, δυο γιοι, τρεις θυγατέρες, τρεις γαμπροί και καμιά δεκαριά αγγόνια, αρσενικά και θηλυκά, περικύκλωναν το στρώμα της. ”

Πρώτη Αγάπη _ Αργύρης Εφταλιώτης

” Μάτια και πάλι μάτια! Δίχως εσάς, μήτε πρώτη, μήτε στερνή αγάπη δε θα είχαμε! Οι ματιές μου σαν έμπαινε στην παράδοση, οι ματιές της σαν έβγαινε να πάει σπίτι, αυτές ήταν οι όρκοι μας, τα τραγούδια μας, τα φιλιά μας, αυτές ήτανε και τα ραβασάκια μας. “

Το γράμμα _ Ναπολέων Λαπαθιώτης

” Τι να’ ταν, τάχα, εκείνο το χαρτάκι, το κιτρινισμένο απ΄ τα χρόνια, που μύριζε, και κείνο, ναφθαλίνη, – και σαν τι να γύρευε, κρυμμένο στο τσεπάκι και κλειδωμένο στην παλιά κασέλα, που είχε τόσα χρόνια ν΄ ανοιχτεί;… “

Φώτα Ολόφωτα _ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

” Ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα ἡ μικρὴ βάρκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, πλέουσα ἀνάμεσα εἰς βουνὰ κυμάτων, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἤρκει διὰ νὰ ἀνατρέψῃ πολλὰ καὶ δυνατὰ σκάφη καὶ νὰ μὴ ἀποκάμῃ, καὶ εἰς ἀβύσσους, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ καταπίῃ ἑκατὸν καράβια καὶ νὰ μὴ χορτάσῃ. “

Στο ξένο σπίτι _ Παύλος Νιρβάνας

” Τα δωμάτια ήταν άδεια τώρα και έρημα. Έκαμα ένα γύρο μέσα στην ερημιά τους και τα βήματά μου αντηχούσαν μέσα στο άδειο διάστημα μ’έναν ήχο ενοχλητικό που με πείραζε. Μου ήρθε να σφυρίξω κι εγώ δεν ξέρω γιατί. Σφύριξα έναν παλιό σκοπό. “

Ο επικήδειος _ Ιωάννης Κονδυλάκης

“ Στο δρόμο δεν ξέρω σε ποιόν ήλθεν η ιδέα ότι ήτο απαραίτητον να βγάλομε λόγο του μακαρίτη του φίλου μας. Και όλοι εσυμφώνησαν ότι ο καταλληλότερος δια ν’ αυτοσχεδιάσω και εκφωνήσω τον επικήδειον ήμουν εγώ. ”

Ο ταξιδιώτης _ Δημοσθένης Βουτυράς

“ – Τα ‘θελες, τα ‘παθες!.. είπε πάλι στον εαυτό του και αισθάνθηκε θυμό, θυμό εναντίον του, που όλο ζητούσε να ξενιτευτεί, ενώ δεν είχε το θάρρος και κινούσε και τους άλλους να πάνε. Και φεύγανε οι άλλοι, ενώ αυτός έμενε… ”

Το γιούσουρι _ Ανδρέας Καρκαβίτσας

” Όταν τὸ πρωτάκουσα ἤμουν παιδὶ στὰ σπάργανα. Καὶ σὰν ἔφτασα εἰκοσάχρονο παλληκάρι, ἔλεγαν ἀκόμη γιὰ κεῖνο, μὲ τὸν ἴδιο θαμασμὸ καὶ περισσότερη φρίκη. Τὸ γιούσουρι, τὸ ἀντρειωμένο γιούσουρι, ποῦ βρίσκεται στὸν κόρφο τοῦ Βόλου! “

Το μοιρολόγι της φώκιας _ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

” Μία φώκη, βόσκουσα ἐκεῖ πλησίον, εἰς τὰ βαθιὰ νερά, ἤκουσεν ἴσως τὸ σιγανὸν μυρολόγι τῆς γραίας, κ᾿ ἐθέλχθη ἀπὸ τὸν θορυβώδη αὐλὸν τοῦ μικροῦ βοσκοῦ, καὶ ἦλθε παραέξω, εἰς τὰ ρηχά, κ᾿ ἐτέρπετο εἰς τὸν ἦχον, κ᾿ ἐλικνίζετο εἰς τά κύματα. “

Χαίρε Μαρία κεχαριτωμένη _ Ναπολέων Λαπαθιώτης

“ Έξω φύσαγε κρυερός άνεμος κι η νύχτα ήτανε κατάμαυρη. Το μοιρολόι της θάλασσας ακουγότανε βαρύ κι ατέλειωτο και γιόμιζε με βουή τον αγέρα. Η Ρηνούλα έσκυψε απ΄το παραθύρι και μουρμούρισε: -Εσύ ΄σαι Βάγγο μου; Τώρα,…