” Πρέπει να ομολογήσω ότι δεν απόρησα καθόλου, όταν, εδώ και λίγες μέρες, έμαθα το θάνατο του φίλου μου Ν.Δ. Το ήξερα πως αυτός ο άνθρωπος δε μπορούσε παρά να σκοτωθεί μια μέρα. Είχ’ αρχίσει, μάλιστα, ν’ ανησυχώ, για την αργοπορία του σκοτωμού αυτού. “

” Μια φορά κι ένα καιρό –πάνε τώρα χρόνια– μια σκοτεινή κι αλλόκοτη βραδιά, ο Χριστός κατέβηκε στον κόσμο. Πρώτη φορά κατέβαινε στη γη και μοναχός Του βάδιζε στην τύχη∙ήταν ένα βράδυ ζεστό και τρυφερό, ένα δρομάκι ήσυχο φαινόταν μπροστά Του, ο ήλιος μόλις είχε βασιλέψει. Και καθώς πήρε το δρομάκι εκείνο, βγήκε προς τη μεριά της Ιουδαίας. “

” Τι να’ ταν, τάχα, εκείνο το χαρτάκι, το κιτρινισμένο απ΄ τα χρόνια, που μύριζε, και κείνο, ναφθαλίνη, – και σαν τι να γύρευε, κρυμμένο στο τσεπάκι και κλειδωμένο στην παλιά κασέλα, που είχε τόσα χρόνια ν΄ ανοιχτεί;… “

“ Έξω φύσαγε κρυερός άνεμος κι η νύχτα ήτανε κατάμαυρη. Το μοιρολόι της θάλασσας ακουγότανε βαρύ κι ατέλειωτο και γιόμιζε με βουή τον αγέρα. Η Ρηνούλα έσκυψε απ΄το παραθύρι και μουρμούρισε: -Εσύ ΄σαι Βάγγο μου; Τώρα,…

” Από πολύ πρωί, σχεδόν προτού να βγει ο ήλιος, είχαν πάρει σβάρνα όλη τη γειτονιά, και είχαν πει τα κάλαντα σ’ όλα τα γύρω σπίτια. Δεν είχαν αφήσει πόρτα, μάντρα, μαγαζί, να μη χτυπήσουν… — Ναν τα πούμε; Ναν τα πούμε;… “

“Δεν ξέρω ποια διαβολεμένη όρεξη έκανε τον τεχνίτη μου να με χρωματίσει τόσο πράσινο! Τέτοια μάτια δεν υπάρχουν στους ανθρώπους, –ή, κι αν υπάρχουν, είναι τόσο σπάνια, που πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια για να μπορέσεις ν’ απαντήσεις όμοια! Και όμως βρήκα, κι εγώ, τον “άνθρωπό” μου, καθώς θα δείτε…”